Παχυσαρκία και Γυναίκα

Ευθύμιος Δεληγεώρογλου

Μαιευτήρας - Γυναικολόγος

Αναπληρωτής Καθηγητής Μαιευτικής & Γυναικολογίας, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Αντιπρόεδρος FIGIJ (International Federation of Pediatric - Adolescent Gynecology)
Γενικός Γραμματέας EURAPAG (European Association of Pediatric - Adolescent Gynecology)
Μέλος Διευθυντών Συμβουλίου ESC (European Society of Contraception)

 

Ο επιπολασμός της παχυσαρκίας παγκοσμίως αυξάνεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) υπολογίζει πως περισσότερα από 1 δισεκατομμύρια άτομα είναι υπέρβαροι, με 300 εκατομμύρια εξ’αυτών να πληρούν τα κριτήρια της παχυσαρκίας. Παράλληλα, 26% των μη εγκύων γυναικών ηλικίας 20-29 ετών είναι υπέρβαρες και 29% είναι παχύσαρκες.

Ο κίνδυνος ανάπτυξης Σακχαρώδους Διαβήτη (ΣΔ) αυξάνεται με το βαθμό και τη διάρκεια της υπέρβαρης κατάστασης ή της παχυσαρκίας της γυναίκας και με την κεντρικότερη ή σπλαγχνική κατανομή του σωματικού λίπους. Το αυξημένο σπλαγχνικό λίπος ενισχύει την αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παχυσαρκία. Με τη σειρά τους, το σπλαγχνικό λίπος και η αντίσταση στην ινσουλίνη, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του μεταβολικού συνδρόμου, δηλαδή ενός συνόλου παραγόντων κινδύνου για ανάπτυξη ΣΔ και καρδιοαγγειακής νόσου. Επιπρόσθετα, η παχυσαρκία είναι ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη Στεφανιαίας Νόσου (ΣΝ) στις γυναίκες, ενώ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την πρόληψη και βελτίωσή της. Ο μηχανισμός δράσης αφορά κατά πάσα πιθανότητα το συσχετισμό μεταξύ παχυσαρκίας και αντίστασης στην ινσουλίνη. Η κοιλιακή παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο ΣΝ στις γυναίκες περισσότερο απ’ότι ο Δείκτης Μάζας Σώματος ή το βάρος αυτό καθ’εαυτό. Τέλος, η αυξημένη περιφέρεια της μέσης είναι ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη ΣΝ τόσο στις νορμοβαρείς όσο και στις υπέρβαρες γυναίκες.

Η παχυσαρκία είναι επίσης συνδεδεμένη με το μυοσκελετικό πόνο. Στις ΗΠΑ, το Κέντρο Ελέγχου Πρόληψης των Νοσήματων και τα προληπτικά στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι πάνω από το 31% των παχύσαρκων ενηλίκων, σε σύγκριση με το 16% των μη παχύσαρκων, ανέφερε την αρθρίτιδα ως διάγνωση του ιατρού τους. Η παχυσαρκία σχετίζεται με την ανάπτυξη και επιδείνωση τόσο της οσφυαλγίας, όσο και της οστεοαρθρίτιδος του γόνατος.

Είναι γνωστό από μακρού πως η παχυσαρκία επηρεάζει την γονιμότητα κατά τη διάρκεια της ζωής της γυναίκας (συμπεριλαμβανομένου και του Συνδρόμου των Πολυκυστικών Ωοθηκών). Η επίπτωση της παχυσαρκίας και του ΣΠΩ οφείλεται σε ποικίλους ενδοκρινολογικούς μηχανισμούς. Η κοιλιακή παχυσαρκία σχετίζεται με αυξημένα κυκλοφορούντα επίπεδα ινσουλίνης. Αυτό οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα ανδρογόνων. Δημιουργείται παράλληλα μια χρόνια αύξηση των κυκλοφορούντων επιπέδων οιστρογόνων, λόγω της αρωματοποίησης των ανδρογόνων στον περιφερικό λιπώδη ιστό. Η προκύπτουσα υπερανδρογοναιμία οδηγεί σε ανωοθυλακιορρηξία, διαταραχές της εμμήνου ρύσεως (όπως συχνομηνόρροια, αραιομηνόρροια ή δευτεροπαθή αμηνόρροια) και υπογονιμότητα. Παράλληλα, η λεπτίνη αναστέλλει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και την στεροειδογένεση, οδηγώντας έτσι σε διαταραχές γονιμότητας στις παχύσαρκες γυναίκες. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε πως η επίδραση της παχυσαρκίας στην γυναίκα ξεκινά από την παιδική ηλικία. Τα παχύσαρκα παιδιά έχουν αυξημένο κίνδυνο πρωίμου ήβης σε σχέση με τα συνομήλικα κορίτσια. Μάλιστα, τις δεκαετίες 1960-1990, η αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας οδήγησε στην μείωση του μέσου όρου της ηλικίας εμμηναρχής παγκοσμίως.

Επιπρόσθετα, η παχυσαρκία επηρεάζει αρνητικά την ορμονική αντισύλληψη. Παλαιότερες μελέτες έχουν δείξει την μειωμένη αποτελεσματικότητα των ορμονικών μεθόδων αντισύλληψης στις παχύσαρκες γυναίκες. Το ενδομήτριο σπείραμα είναι ίσως η μοναδική μέθοδος αντισύλληψης, η οποία δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τον Δείκτη Μάζας Σώματος. Παράλληλα, σε αναδρομικές μελέτες φαίνεται πως η παχυσαρκία επηρεάζει την ποιότητα τόσο των ωοκυττάρων όσο και των εμβρύων, ενώ κάποιες από αυτές δείχνουν και αυξημένη σεξουαλική δυσλειτουργία αυτών των γυναικών.

Η παχυσαρκία επηρεάζει άμεσα και την εγκυμοσύνη. Σε μια μελέτη από την Αυστραλία, που αφορούσε 14.000 έγκυες γυναίκες φάνηκε ότι το 34% ήταν υπέρβαρες, παχύσαρκες ή έπασχαν από νοσογόνο παχυσαρκία. Οι επιπλοκές της κύησης λόγω παχυσαρκίας αφορούν την υπέρταση κατά τη διάρκεια της κύησης, την προεκλαμψία, τον ΣΔ κύησης, τα αυξημένα ποσοστά καισαρικής τομής και τα αυξημένα ποσοστά νεογνικής νοσηρότητας. Παράλληλά, η παχυσαρκία αυξάνει το κόστος νοσηλείας της εγκύου γυναίκας ενώ σχετίζεται και με αυξημένα ποσοστά εμβρυικών ανωμαλιών (διαταραχές του νευρικού σωλήνα, δισχιδής ράχη, καρδιοαγγειακές ανωμαλίες κ.α.).Τέλος η μητρική παχυσαρκία σχετίζεται με μειωμένη επιθυμία της λεχωίδος να θηλάσει, την καθυστερημένη έναρξη του θηλασμού και την μικρότερη διάρκειά του.

Υπάρχουν ενδείξεις από μελέτες πως η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου ανάπτυξης γυναικολογικών καρκίνων και καρκίνου του μαστού, ενώ επηρεάζει αρνητικά την επιβίωση αυτών των γυναικών. Τα αυξημένα επίπεδα ενδογενών οιστρογόνων συμβάλλουν σε υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης κάποιας μορφής γυναικολογικού καρκίνου. Μάλιστα, ο καρκίνος του ενδομητρίου αποτελεί ένα παράδειγμα χρόνιας έκθεσης σε οιστρογόνα στην παχύσαρκη γυναίκα που οφείλεται σε ανωοθυλακιορρηξία κατά την προεμμηνοπαυσιακή περίοδο και πολλές φορές συσχετίζεται με το ΣΠΩ. Επιπλέον, τα αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης και ανδρογόνων σε παχύσαρκες προ- και μετα- εμμηνοπαυσιακές γυναίκες μειώνουν τα επίπεδα της σφαιρίνης που δεσμεύει τις φυλετικές ορμόνες και οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη έκθεση σε οιστρογόνα. Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις διάφορες μελέτες σχετικά με τη συσχέτιση μεταξύ καρκίνου των ωοθηκών, καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και παχυσαρκίας είναι αντικρουόμενα. Αντίθετα,η συσχέτιση μεταξύ παχυσαρκίας και καρκίνου του μαστού είναι από μακρού γνωστή. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στα αυξημένα επίπεδα των βιοδιαθεσίμων οιστρογόνων.

Συμπερασματικά, η παχυσαρκία αποτελεί μια κατάσταση επιδημίας παγκοσμίως που επηρεάζει δυσμενώς ποικίλες πλευρές της υγείας των γυναικών. Οι ιατροί και ειδικότερα οι γυναικολόγοι θα πρέπει να ενημερώνουν διαρκώς τις γυναίκες για τις μελλοντικές αρνητικές συνέπειές της, ενώ παράλληλα θα πρέπει να ενθαρρύνουν και να βοηθούν αυτές, ώστε να οριοθετήσουν το βάρος τους και τον Δείκτη Μάζας Σώματός τους, εντός των φυσιολογικών ορίων, με στόχο την επίτευξη ενός καλού αναπαραγωγικού αποτελέσματος.

 

Βιβλιογραφία:

  1. World Health Organization. Global strategy on diet, physical activity and health. Obesity and overweight. 2010. Available at: http://www.who.int/dietphysicalactivity/publications/facts/obesity/en/. Accessed November 11, 2010.
  2. Hedley AA, Ogden CL, Johnson CL, Carroll MD, Curtin LR, Flegal KM. Prevalence of overweight and obesity among US children, adolescents, and adults, 1999–2002. JAMA 2004;291:2847–50.
  3. Bray GA. Risks of obesity. Endocrinol Metab Clin N Am 2003;32:787– 804.
  4. Weiss AM. Cardiovascular disease in women. Prim Care 2009;36:73–102.
  5. National Center for Chronic Disease Prevention and Health Promotion. Arthritis related statistics 2006. Available at http://www.cdc.gov/arthritis/data_statistics/ arthritis_related_stats.htm.
  6. Lash MM, Armstrong A. Impact of obesity on women’s health. Fertil Steril 2009;91:1712– 6.
  7. Norman RJ, Noakes M, Wu R, Davies MJ, Moran L, Wang JX. Improving reproductive performance in overweight/obese women with effective weight management. Hum Reprod Update 2004; 10:267– 80.
  8. Vaino H, Bianchini F. IARC handbook of cancer prevention: volume 6: weight control and physical activity. Geneva, Switzerland: World Health Organization Press; 2002.
Διαβάστηκε 2307 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014 23:16

Share it

Στοιχεία Επικοινωνίας

Μαιάνδρου 23
115 28, Αθήνα
+30 210 7211845

Αναζήτηση