Διαταραχές πρόσληψης τροφής: Ανίχνευση, αντιμετώπιση

Ευθύμιος Δεληγεώρογλου ,MD, PhD

Καθηγητής Μαιευτικής & Γυναικολογίας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών,

Αντιπρόεδρος FIGIJ (International Federation of Pediatric - Adolescent Gynecology),

ΜέλοςΔιοικητικούΣυμβουλίου EURAPAG (European Association of Pediatric - Adolescent Gynecology)

ΜέλοςΔιευθυντώνΣυμβουλίου ESC (European Society of Contraception)

 

Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής είναι σοβαρές, συχνά εξουθενωτικές, χρόνιες νόσοι, που πρωτοεμφανίζονται στην εφηβεία και το 90% παρατηρείται σε θήλεα άτομα. Η κατάταξη κατά DSM-V περιλαμβάνει εκτός από την ψυχογενή ανορεξία και βουλιμία, την επεισοδιακή υπερφαγία και άλλες διαταραχές πρόσληψης τροφής. Στην προηγούμενη κατάταξη υπήρχε μια κατηγορία που αναφερόταν ως διαταραχές πρόσληψης τροφής που δεν ταξινομούνται αλλού (EDNOS), ωστόσο πλέον έχει εγκαταλειφθεί. Η αποφευκτική/περιοριστική διαταραχή πρόσληψη τροφής (ARFID) αποτελεί μια νέα κατηγορία που απευθύνεται κυρίως σε παιδιά και εφήβους.

 

Ο επιπολασμός στις Η.Π.Α. εκτιμάται σε 0,5% έως 1 % για την Ψυχογενή Ανορεξία, 1% έως 2% για τη βουλιμία και περίπου 5% για τις υπόλοιπες διαταραχές πρόσληψης τροφής. Ενδιαφέρον αποτελεί η αύξηση του επιπολασμού τους στην προ-εφηβεία (<12 ετών). Υπάρχουν διάφορα σημεία που υποδηλώνουν την ύπαρξη κάποιας διαταραχής πρόσληψης τροφής όπως: η μεγάλη απώλεια σωματικού βάρους, η αντίσταση στην πρόσληψη βάρους, η ενασχόληση με την τροφή, τις θερμίδες, τις μερίδες του φαγητού, το βάρος, το σχήμα και το μέγεθος του σώματος, η έντονη ή/και επίμονη άσκηση, οι εμμηνορρυσιακές διαταραχές, η δυσκοιλιότητα, το συνεχές αίσθημα ψύχους κλπ.

 

Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής επηρεάζουν άμεσα το ορμονολογικό προφίλ, προκαλώντας αμηνόρροια, η οποία πολλές φορές συνυπάρχει με οστεοπόρωση συνθέτοντας την αθλητική τριάδα. Μάλιστα, παρατηρείται συχνότερα σε αθλήματα στα οποία προτεραιότητα αποτελεί η διατήρηση του “ιδανικού” σωματικού βάρους ή συγκεκριμένου ποσοστού λιπώδους ιστού και η επίτευξη υψηλών στόχων.

 

Παράλληλα, η απώλεια οστικής πυκνότητας η οποία μπορεί να παρατηρηθεί σε όλες τις ανωτέρω καταστάσεις, χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Και αυτό γιατί η εφηβεία αποτελεί μία καθοριστική περίοδο για την επίτευξη της φυσιολογικής οστικής μάζας. Η υποοιστρογοναιμία, κυρίως στις ασθενείς με Ψυχογενή Ανορεξία, επηρεάζει αρνητικά την πυκνότητα του οστού. Στην εφηβεία επιτυγχάνεται σχεδόν η μισή οστική μάζα της ζωής της γυναίκας, ενώ η μειωμένη οστική πυκνότητα μπορεί να παρουσιασθεί ακόμα και μετά από 6 μήνες αμηνόρροιας και να αφορά το 50% των ασθενών. Αυτές οι νεαρές βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για παθολογικά κατάγματα, ενώ ακόμα και με την ανάκτηση του βάρους και της εμμήνου ρύσεως, πολλές φορές δεν επανέρχεται ποτέ η φυσιολογική οστική πυκνότητα.

 

Μολονότι η μελλοντική γονιμότητα δεν ενδιαφέρει τόσο τις έφηβες, ο παιδογυναικολόγος οφείλει να φροντίζει για την διατήρησή της. Αν και οι γυναίκες με Ψυχογενή Ανορεξία συνήθως δεν συλλαμβάνουν λόγω της αμηνόρροιας, ωστόσο αναφέρονται περιπτώσεις αυτόματης σύλληψης σε αυτή την κατηγορία ασθενών. Σε μια μελέτη γυναικών το 17% πληρούσε τα κριτήρια της Ψυχογενούς Ανορεξίας, Ψυχογενούς Βουλιμίας ή άλλων διατροφικών διαταραχών με το 60% να εμφανίζει αραιομηνόρροια ή αμηνόρροια, αλλά καμία δεν είχε αναφέρει κάτι στον παιδογυναικολόγο της. Τέλος, οι γυναίκες που «ξεπερνούν» την νόσο, δεν έχουν αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής υπογονιμότητας.

 

Εν κατακλείδι, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής παρατηρούνται σε άτομα ευάλωτα στην επίδραση διαφόρων κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, οι οποίοι μαζί με το γενετικό υπόβαθρο και την εκάστοτε προσωπικότητα, καθορίζουν την βαρύτητά τους. Συνδέονται με υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας με απώτερες αναπτυξιακές και γενικότερες ιατρικές επιπτώσεις στα παιδιά και τους εφήβους. Οι εμμηνορρυσιακές διαταραχές παρατηρούνται συχνά στις έφηβες με διαταραχές πρόσληψης τροφής και συσχετίζονται με άλλες διαταραχές, όπως απώλεια οστικής πυκνότητας. Η αποτελεσματική θεραπεία περιλαμβάνει επανασίτιση, ώστε να αποκατασταθεί το φυσιολογικό βάρος, ορμονική και ψυχολογική υποστήριξη. Η αντιμετώπιση αυτών των ασθενών θα πρέπει πάντα να γίνεται από ειδική διεπιστημονική Ομάδα η οποία θα πρέπει να αποτελείται από Διατροφολόγο-Παθολόγο, Παιδογυναικολόγο και Ψυχίατρο-Ψυχολόγο.

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία:

 

 

 

 

 

  1. American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 5th ed (DSM 5). Arlington, VA: American Psychiatric Press; 2013.

  2. Swanson SA, Crow SJ, LeGrange D, et al. Prevalence and correlates of eating disorders in adolescents. Results from the national comorbidity survey replication adolescent supplement. Arch Gen Psychiatry. 2011;68(7):714–723.

  3. Rosen DS; American A cademy of Pediatrics Committee on Adolescence. Identification and management of eating disorders in children and adolescents. Pediatrics. 2010;126(6):1240–1253.

  4. Centers for Disease Control and Prevention. Youth Risk Behavior Surveillance—United States, 2011. MMWR. 2012;61(4):1–162. http://www.cdc.gov/mmwr/pdf/ss/ss6104.pdf. Accessed February 12, 2014.

  5. Deligeoroglou E, Tsimaris P, Deliveliotou A, Christopoulos P, Creatsas G.

 

Pediatr Endocrinol Rev. 2006;3 Suppl 1:150-9.

 

  1. Pinheiro PA, Thornton LM, Plotonicov KH, et al. Patterns of menstrual disturbance in eating disorders. Int J Eating Disord.  2007;40(5):424–434.

  2. Vyver E, Steinegger C, Katzman DK. Eating disorders and menstrual dysfunction in adolescents. Ann N Y Acad Sci. 2008;1135:253–264.

  3. Payne AE, Jacobson MT, Carlson JL, Peebles R. Physiological and behavioral predictors of amenorrhea in normal-weight adolescents with eating disorders. J Pediatr Adolesc Gynecol. 2011;24(2):e71.

  4. Austin SB, Ziyadeh NJ, Vohra S, et al. Irregular menses linked to vomiting in a nonclinical sample: findings from the National Eating Disorders Screening Program in high schools. J Adolesc Health. 2008;42(5):450–457.

  5. DiVasta AD, Gordon CM. Bone health in adolescents. Adolesc Med Clin. 2006;17(3):639–652.

  6. Misra M, Katzman D, Miller KK, et al. Physiologic estrogen replacement increases bone density in adolescent girls with anorexia nervosa. J Bone Miner Res. 2011;26(10):2430–2438.

 

Διαβάστηκε 1888 φορές

Share it

Νέα & Ενημερώσεις

Στοιχεία Επικοινωνίας

Μαιάνδρου 23
115 28, Αθήνα
+30 210 7211845

Αναζήτηση