Παχυσαρκία και ακτινολογικό τμήμα

Αριστείδης Γ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Αν. Καθ. ΑΚΤΙΝΟΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗΣ Παν/μίου Αθήνας (ΕΚΠΑ)
Αρεταίειο Νοσοκομείο

Εισαγωγή : Ο υπέρβαρος ή παχύσαρκος ασθενής είναι μία
πρόκληση για τον ακτινολόγο και το προσωπικό του
ακτινολογικού εργαστηρίου που απορρέει από την ιδιαίτερη
αντιμετώπιση του ασθενούς ως συμπεριφορά αλλά και τις
τεχνικές δυσκολίες της κάθε μεθόδου. Εξ’ ορισμού η
παθολογική εναπόθεση λίπους στα διάφορα όργανα του
σώματος που μπορεί να επηρεάσει την υγεία του ατόμου
θεωρείται παχυσαρκία. Έχουν περιγραφεί διαφόρων τύπων
παχυσαρκίας ανάλογα με το φύλο, σωματότυπο, φυλή , ηλικία,
και παθολογικό αίτιο που προκαλεί τη παχυσαρκία.
Ο παχύσαρκος ή υπέρβαρος ασθενής απαιτείται να
αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη ευαισθησία και κατανόηση διότι
είναι αφ’ ενός είναι ασθενής και κατά δεύτερο λόγο, βρίσκεται
στο ακτινολογικό εργαστήριο διότι πάσχει όπως και οι άλλοι
ασθενείς.
Νόσος ή Σύνδρομο ? Ίσως η παχυσαρκία θα πρέπει να
αντιμετωπίζεται ως σύνδρομο καθώς τα αίτια μπορεί να είναι
διαφορετικά αλλά να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με
τα παγκόσμια στατιστικά δεδομένα του Παγκόσμιου
Oργανισμού Υγείας (World Health Organization- WHO, 2014)
περισσότερα από 1,9 δις ατόμων άνω των 18 ετών είναι
υπέρβαρα και άνω των 600 εκ. παχύσαρκα. Συνολικά το 13%
του παγκόσμιου ενήλικου πληθυσμού είναι παχύσαρκοι (11%
ανδρών / 15% γυναικών). Το 39% των ενηλίκων είναι
υπέρβαροι, 38% των ανδρών και 40% των γυναικών.
Παγκόσμια, σημειούται διπλασιασμός των υπέρβαρων μεταξύ
1980-2014.
Το ανησυχητικό φαινόμενο παρατηρείται στα παιδιά κάτω των
5ετών, με 42εκ. παιδιά να θεωρούνται παχύσαρκα ή
υπέρβαρα, με επιπτώσεις προβλέψιμες το μέλλον.
Η παχυσαρκία κάποτε θεωρείτο ως σύμπτωμα/ νόσος των
εύρωστων κοινωνικο-οικονομικά τάξεων.
Σήμερα παρατηρείται σε χώρες με χαμηλό ΑΕΠ , σύμφωνα με στοιχεία
παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank) η αύξηση του βάρους στα
παιδιά χωρών χαμηλού ΑΕΠ είναι 30% μεγαλύτερη των
παιδιών χωρών με καλύτερη οικονομία. Τα φαινόμενα είναι
αντίστοιχα τα παιδιά της Βρετανίας που είχε περιγραφεί η
περίφημη «fish and chips disease».
Το Ακτινολογικό Τμήμα και ο Παχύσαρκος Ασθενής
Η μέτρηση του λιπώδους ιστού του σώματος περιλαμβάνει
διάφορες μεθόδους εκτός της κλασσικής Ιπποκράτειας
προσέγγισης (σωματομετρικές), αλλά αυτή που έχει
επικρατήσει είναι η λιπομέτρηση με DXA (DEXA), μια
διπλονεργειακή μέθοδος ακτίνων Χ, η οποία
χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη ποσοτική ανάλυση της
οστεοπόρωσης/οστεοπενίας και συνήθως είναι εγκατεστημένη
σε ακτινολογικό εργαστήριο. Η μέθοδος είναι απλή, ανεκτή
από τους ασθενείς με τη προϋπόθεση ότι το σωματικό βάρος
επιτρέπει την εξέταση. Άλλη μέθοδος σχετικά αντικειμενική,
καθώς μας δίνει το δείκτη μάζας σώματος (Body Mass Index,
ΒΜΙ), έχει ορισθεί το πηλίκο (βάρους) / (ύψος)2 (Kg/m2).
Άτομο με ΒΜΙ >25είναι υπέρβαρο και ΒΜΙ > 30 παχύσαρκο.
Πρέπει να τονισθεί ότι η κατανομή λίπους στο σώμα ποικίλλει
από άτομο σε άτομο και πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπ’ όψη.
Η ανάπτυξη της ιατρικής τεχνολογίας και πληροφορικής
συνέβαλε στη ανάδειξη της εσωτερικής αρχιτεκτονικής αλλά
και φυσιολογίας του σώματος. Στο Τμήμα Ιατρικής
απεικόνισης χρησιμοποιούνται σήμερα όλες οι μορφές
ενέργειας που εκφράζονται είτε με την απλή μηχανική
ενέργεια, είτε με την απορρόφηση της ακτινοβολίας είτε με τη
δράση του μαγνητικού πεδίου. Όλες οι μορφές ενέργειας και η
τεχνολογία των απεικονιστικών μηχανημάτων έχουν
περιορισμούς, λόγω του αυξημένου σωματικού βάρους. Το
κυρίαρχο στοιχείο αντιμετώπισης του οξέως ή χρόνιου
προβλήματος του παχύσαρκου ασθενούς είναι η συμπεριφορά
του ιατρικού και υπόλοιπου προσωπικού, η οποία συχνά
επιδεινώνει την γενική αντιμετώπιση και αναφέρεται ως
 ̈λιποφοβική ̈ αντιμετώπιση του ασθενούς.
Τα περισσότερα μηχανήματα του ακτινολογικού εργαστηρίου
είναι ρυθμισμένα για ασθενείς 70-100 Kg. Στον παχύσαρκο
ασθενή είναι απαραίτητο να αυξηθούν παράμετροι όπως η
δόση ακτινοβολίας και ο χρόνος έκθεσης του ασθενούς στη
ήδη αυξημένη ακτινοβολία, με αποτέλεσμα συχνά τη κακή
ποιότητα των ακτινογραφιών. Έτσι το ποσοστό των ιατρικών
γνωματεύσεων ως μη διαγνωστικών λόγω σωματότυπου είναι
αυξημένο. Επίσης, λόγω της δυσκινησίας των ασθενών σε
πλάγια θέση ή σε όρθια θέση δημιουργούνται πρόσθετα
προβλήματα τόσο από την τεχνική άποψη όσο και από την
ένταση που δημιουργείται στο προσωπικό. Συχνά μετά τις
επεμβάσεις του ανώτερου πεπτικού, ιδιαίτερα όταν δεν
αναγράφεται το είδος της επέμβασης, είναι απαραίτητη η
ακτινοσκοπική προσέγγιση η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολη
και το αποτέλεσμα είναι η διάγνωση της μερικής ή ολικής
στένωσης ή δυσλειτουργίας.
Τα ίδια προβλήματα αλλά σε μικρότερο βαθμό παρατηρούνται
και στην αξονική τομογραφία, ιδιαίτερα στη διάγνωση των
μετεγχειρητικών επιπλοκών . Συχνά οι παχύσαρκοι ασθενείς
πάσχουν από διαβήτη με βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας ή
ανεπάρκεια και δεν είναι δυνατή η χρήση ενδοφλέβιου
σκιαγραφικού. Η αξονική τομογραφία, εφόσον το βάρος και η
περίμετρος του σώματος επιτρέπει την εξέταση, είναι η πλέον
ενδεδειγμένη εξέταση για τη μελέτη του εγκεφάλου, του
θώρακα, για τα αγγεία και τις παθήσεις της κοιλίας, ιδιαίτερα
στην οξεία κοιλία π.χ. σκληρυντική μεσεντερίτις ή
εκκολπωματίτις. Συχνά οι πνευμονικές εμβολές είναι επιπλοκή
των χρόνιων ασθενών κυρίως λόγω της ακινησίας ή της
καθθιστής ζωής. Η αξονική τομογραφία είναι η πλέον
ενδεδειγμένη μέθοδος. Σε χρόνιους ασθενείς έχει γίνει
προσπάθεια αντικειμενικής μέτρησης του μεσεντερίου λίπους
με αξονική τομογραφία και υπερήχους για τη διαχρονική
παρακολούθηση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων, καθώς
είναι γνωστό ότι υπάρχει γραμμική σχέση με τα καρδιαγγειακά
νοσήματα. Η υπερηχοτομογραφία ως μέθοδος υπολείπεται
των άλλων μεθόδων λόγω της διάχυσης /διάθλασης της
δέσμης υπερήχων κατά τη δίοδο της από το ανθρώπινο σώμα,
αλλά υπερτερεί στη δυνατότητα εξέτασης των ασθενών σε
διαφορετικά επίπεδα χωρίς τη μετακίνηση του ασθενούς
καθώς και στη διαχρονική παρακολούθηση της νόσου και του
αποτελέσματος της θεραπείας. Το ήπαρ εμφανίζει στη
πλειονότητα των ασθενών λίπωση, η οποία οφείλεται σε
δυσλιπιδαιμίες ή διαβήτη . Η ελαστογραφία έχει ευαισθησία
στην ανάδειξη της πιθανής συνύπαρξης ινώσεως.
Μειονέκτημα της μεθόδου είναι ότι το μέγιστο βάθος εξέτασης
το οποίο δεν υπερβαίνει τα 40-50 εκ. Η ευαισθησία της
μεθόδου είναι γνωστή για τη χολολιθίαση και τη μελέτη του
ουροποιητικού συστήματος. Το μεγάλο πρόβλημα είναι στη
γυναικολογική εξέταση καθώς η κλινική εξέταση, είτε στη
παραγωγική ηλικία ή την εμμηνόπαυση, είναι δυσχερής και
απαιτείται ενδοκολπική υπερηχογραφία. Είναι γνωστός ο
μηχανισμός υπεροιστρογοναιμίας λόγω αυξημένου υποδορίου
λίπους. Το αποτέλεσμα είναι η πάχυνση του ενδομητρίου με ή
χωρίς αιμόρροια . Η πρόσβαση δια του κόλπου είναι συχνά
δύσκολη και ιδιαίτερα στη μελέτη των ωοθηκών που συχνά
είναι «χαμένες» μέσα στο παρακολικό λίπος. Στο τμήμα μας
είναι στη διακριτική ευχέρεια του ακτινολόγου, αν θα
χρησιμοποιήσουμε και τη διορθική προσέγγιση ως
συμπληρωματική εξέταση. Η υπερηχοτομογραφία ενδείκνυται
στη μελέτη των επιφανειακών αγγείων (καρωτίδων – φλεβών
κάτω άκρων κυρίως μέχρι τον ιγνυακό βόθρο) καθώς και των
επιφανειακών οργάνων κυρίως για τη διάγνωση και έκταση
αποστημάτων ενώ στους μαστούς υπολείπεται της
μαστογραφίας και χρησιμοποιείται ως επικουρικό εργαλείο.
Η Μαγνητική Τομογραφία όπου αυτή είναι δυνατή ( μέγεθος
ασθενούς / χρόνος εξέτασης ) με σκιαγραφικό μέσο έχει όλες
τις εφαρμογές όπως και για τα υπόλοιπα άτομα. Η
υπερηχοκαρδιογραφία είναι σχετικά εύκολο να εφαρμοσθεί
καθώς το παράθυρο των μεσοπλευρίων διαστημάτων είναι
ευρύ και η προσέγγιση από τον καρδιολόγο είναι μάλλον
εύκολη.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το υπέρβαρο ή παχύσαρκο άτομο αποτελεί ιδιαίτερη
κατηγορία ασθενών όπου η νοσηρότητα άλλων παθήσεων
είναι αυξημένη και επιπλέον απαιτείται ιδιαίτερη
αντιμετώπιση και ευαισθησία στην αντιμετώπιση και
χειρισμό εκ μέρους του ιατρικού και λοιπού προσωπικού και
οπωσδήποτε εκπαίδευση καθώς αναφορές όπως ότι
αυξάνεται το κόστος διάγνωσης ή και νοσηλείας να
παραμερισθούν .

Διαβάστηκε 526 φορές

Share it

Νέα & Ενημερώσεις

Στοιχεία Επικοινωνίας

Μαιάνδρου 23
115 28, Αθήνα
+30 210 7211845

Αναζήτηση